Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

"'Αέρινος"

Αέρινος έρωτας γλυκοχαϊδεύει την απαλή χλόη κάτω από την σκιά των "ρόδων" που μαγευτικά ξεπερνάνε της μάγισσας νύχτας τα "ντέρτια" ώσπου να "πιάσουν" στα εσώψυχα τους την πρωινή πάχνη να δροσιστούν.
Αέρινος έρωτας λήθη κι ανεμοδαρμένο αγιόξυλο καταμεσής του φαραγγιού που αλητεύουν οι αετοί κι ανθούν τα βραχολούλουδα κάθε που κλαίει το φέγγος.
Αέρινος έρωτας χορός κι ανεμοζάλη ιδρώτας ορφανός κι ανέγγιχτος γαργαλάει φλέβα ατόφια μα πηχτή, κι ας γαντζώνει στην πληγή να ζήσει την θυσία.
Αέρινος έρωτας φως στον καθρέπτη που μιλά, κι ας μαρτυρά τους ρόζους της ψυχής που πασπαλάει με μέλι και λάδι αγριελιάς να απαλύνει την έξαψη που πεθυμεί στον χρόνο.

<< Αέρινος >>

Αέρινος έρωτας λευκός
νιώθει το φως κι ανάβει
τον τρέχουνε οι πλήβειοι
τον σταματούν οι νόμοι

αέρινος έρωτας αχθός
στις πλάτες μαύρου γύπα
τον ελυγά μαρμαριγή
μα διώχνει το φορτίο

αέρινος έρωτας σμιχτός
το βλέφαρο σηκώνει
όπου εκοιτά τον συζητούν
στα άστρα τρεμοπαίζει

αέρινος έρωτας ψυχής
μέσα γελά και λέει
είμαι στην λύπη τυχερός
δυο τύχες μια λαμπάδα

αέρινος έρωτας λεύτερος
σαλεύει τα φτερά του
φτιάνει στον ουρανό φωλιά
σαν σπάει τα δεσμά του

Τρίτη 19 Απριλίου 2011

"Το δάκρυ του πάθους"

Εν πλω της τρικυμίας των παθών μνημονεύει ο καθείς, της από καταβολής του άλυτες σκέψεις κάνοντας προσπάθεια να απαλλαγεί από τα αφρισμένα κύματα της ψυχής του,προσπάθεια μεταβαλλόμενη και επηρεάζουσα αναλόγως του κυκλικού αέρα που φυσά και της κατευθυνόμενης ριπής του που θε να τρυπήσει το μείζον απόθεμα που του απέμεινε για τούτες τις επουλωτικές σκέψεις.
Ανοίγοντας ωστόσο το σκουριασμένο λουκέτο της καρδιάς, ψάχνει ανάμεσα στα σκόρπια ιδεατά να βρει την αληθινή αρχή των, ώστε η μελέτη αρχειοθέτηση και αποδόμηση αυτών να γίνει στον σωστό χρόνο και ρυθμό ωσότου πληρωθεί η δεξαμενή με κενό αδάμαστο.
Κοιτώ σε βάθος μέσα μου και βλέπω, κουβάρι τα αισθήματα όπου παλεύουν να αποσχιστούν είτε να ζευγαρώσουν με τις μορφές και τις σιωπές πίσω από έκπτωτες μάσκες.
Κοιτώ σε βάθος μέσα μου και ακούω λαλιές, αντίλαλες κραυγές και νυχτερίδας ιαχές, ρόγχο αβυσσαλέου καταράκτη που προσπαθεί να γεμίσει στέρνα ρηχή, για να πλυθούν οι στεναγμοί μα την εκαταστρέφει.
Κοιτώ σε βάθος μέσα μου μη και μυρίσω το άρωμα του πόθου, του νυχτολούλουδου, του γιασεμιού που έτσι κι ανθίσει δυο φορές την μια το κλέβω και μεθώ την άλλη το τρομάζω.
Κοιτώ σε βάθος μέσα μου και με βλέπω που με κοιτώ με απορία, κι όπως διασταυρώνονται οι ματιές μου αντιλαμβάνομαι το δέος του ενδιάμεσου που κατοικώ και θέλω να λιποτακτήσω από το κενό, να μην με ξαναβλέπω.
Κι όπως ανασκουμπώνω τις κυκλικές θύμησες κι αναμοχλεύω τα θολωμένα όνειρα αδιάλυτα και λειψειχαρή, αφήνω την φαιά να ποτίσει και το τελευταίο αυλάκι του εγκεφάλου μου, έως ότου χαθεί στα βάθη του και ξαναγεννηθεί ως γόνος πια μικρού παιδιού.
Και ετούτη η αλήθεια παραμένει απλή καθάρια δίπλα μας σαν να μην υπάρχει, και είναι αυτή που σχηματίζεται από τα διάφανα δάκρυα μικρού παιδιού, που σαν πάρουνε την θέση τους μέσα μας, μόνο τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν υπάρχουν ανομολόγητα στοιβαγμένα πάθη παρά μονάχα ένα και μοναδικό, αυτό του παιχνιδιού στο ήλιο.

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

"Πόλεις του καλοκαιριού"

Πόλεις του καλοκαιριού προσανατολισμένες στον ήλιο και την μάνα θάλασσα αγναντεύουν τον περιπατητή του κύματος, τον τραγουδιστή του ιωδίου, τον λυτρωτή της αρμύρας, να κοντέψει στο λιμάνι τους να καβατζάρει τον φάρο της ψυχής και να δέσει στον απάνεμο κάβο της αγάπης.
Λιμάνι μεγάλη κουβέντα μέγιστη αγκαλιά για τον καραβοκύρη και το όνειρο που τρέφει στα περάσματα του καιρού και της γνώσης, στο σφίξιμο των συμπληγάδων και την παλίρροια του έρωτα, στην διαύγεια του λευκού φωτός και το έλεος της νύχτας, στο χαμόγελο και στο δάκρυ.
Θεσπέσιο το καλοκαίρι της ψυχής του καθενός, χτίζει αν μη τι άλλο την πόλη του σε ζεστά θεμέλια με ασβεστωμένες τις παλιές θύμησες ευάερες καλημέρες και χρυσόπλεκτες ματιές στην αντανάκλαση της υγρής παρουσίας, χτυπώντας χαδιάρικα μα ρυθμικά παλαμάκια στον χορό των γλαρόπουλων που νηστικά από έρωτα φτερουγίζουν ολημερίς, έως ότου βρουν τροφή για την καρδούλα τους.
Και η αύρα η θαλάσσια μεσούσης της δρόσου κανακεύει σιμά την φούντωση της ψυχής, πριν κάμει αυτή καμιά τρέλα δηλώνοντας ερωτική άγνοια στον πυρετό αγνού μεσημεριάτικου λιοκαμένου στήθους, βλέμματος λάγνου και ανάσας στιβαρής, θέλοντας σκόπιμα να ξωκύλει του θλιβερού χειμώνα, με μαεστρία ατάραχη μα ικανή να κλέψει της νυχτιάς την μαγεμένη άρπα, γράφοντας πάνω στο κλειδί του σολ φτιαγμένο από φύκια, τραγούδι για αφροστέφανο και λάμψη γλυκόξανθης γοργόνας..........


<< Το όνειρο της τρίαινας >>

Πώς να κρίνω την αυγή
τόσο κύμα στην ψυχή
που’χω και με συνεπαίρνει
πέρα δώθε με διαβαίνει

θαλασσοδέρνομαι τρελά
στο χθες στο αύριο στο πουθενά
σωσίβια με τριγυρνούν μα δεν τα φτάνω
κι ο άλλος την τρίαινα ορθώνει να με κεντήσει
στο περιβόλι του βυθού να με δροσίσει

μα ο πνιγμός με προσπερνά
κι η τρίαινα σκουριάζει
την πιάνω και τήνε ‘λυγώ
σχεδία την εφτιάχνω
με τα ξανθά σου τα μαλλιά
τη δένω και τη στρώνω
να ξαποστάσω απάνω της
τον έρωτα να 'πλώσω
για να με σύρει σ’αμμουδιά
σ’ακροθαλάσσι έρμο

το ξέρω πως με καρτερείς
σαν την αχτίδα της αυγής
που δε μετράει το βυθό
μα ρίχνει άγκυρα σ’ανθό

κι αν τύχει και σ’ονειρευτώ
θα’ναι γραφτό της μοίρας
της τρίαινας και της σκουριάς
και της σχεδίας της ξανθιάς


Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

"Ψυχής άγνοια"

Παράξενο το φως της νύχτας τυφλό μα έγχρωμο από συναισθήματα, αντιλαμβάνεται την αλήθεια της ψυχής πριν καν αυτή βγει στον ήλιο, και την μετρά θυσιάζοντας τα κλειδιά από την πόρτα της καρδιάς στην άβυσσο της θλίψης, μη τυχόν και λαθέψει στην προσπάθεια του να αναζωογονηθεί στις αχτίδες του, ζώντας την διάφανη μα εκλεπτυσμένη διαφορετικότητα.
Η άνοιξη της παρορμητικότητας ως εγχειρίδιο ημιμαθείς συμφιλίωσης σκέψης, καρδιάς, ψυχής και θύμησης, συνηγορεί με την συνείδηση στον αχαλίνωτο λαβύρινθο εκπτωτικών συναισθημάτων συν το χρόνο ειδεχθείς βοήθεια ονειρικής χαλάρωσης, και έως ότου αμβλυνθούν επάξια της κυνικής ηρεμίας, άγχη και ηλεκτρισμένες αποταμιεύσεις ψυχικών ταλαντώσεων.
Ταλαντώσεις αποκαμωμένες ανάμεσα στον έρωτα και την μοναξιά χτυπάν στης ψυχής το πλάγιο κενό ασυναίσθητα, μεγαλώνοντας έτσι το εύρος της χρονικής απεξάρτησης, από το είναι της συντροφικότητας στο όλον της ατομικής υπερφόρτισης, κάτω από το αντικίνητρο πληγωμένης αγκάλης, στεγνού φιλιού και αποξηραμένου χαμόγελου.
Κι όμως μια θερμή αγκάλη ακόμη και στο υστέρημα του ονείρου της ελλείψει χαρμόσυνων κι εποικοδομητικών μελλοντικών οραματικών ψηγμάτων, λειτουργεί μεθυστικά μονωτικά της γλυκύτητας και της συμπυκνωμένης απόλαυσης, έστω και σε χρόνο ενεστώτα τείνοντας μηδενικά ως προς τον αμύθητο χρόνο της αναδεύτρας συνείδησης, κάνοντας τον λυγισμένο ορίζοντα να δείχνει στιγμιαία
-όσο ανοιγοκλείνει ένα βλέφαρο-ισόρροπο φωτισμένο και εύρωστο.
Μακάρια η άγνοια της ψυχής ωσάν του φλοίσβου το πρωινό κελάηδημα.